25 February 2011

Το αριστερό μου χέρι

Το «2» είναι ο αριθμός της ευτυχίας: Έχουμε δυο μάτια, δυο αυτιά, δύο χέρια, δύο πόδια, δυο φρύδια, δύο σιαγώνες –δύο μέλη δηλαδή για να δώσουμε τροφή σε κάθε μια από τις αισθήσεις μας.

Έχουμε δυο επιλογές, το καλό και το κακό. Τον Θεό και τον Διάβολο. Την τήρηση των κανόνων του κράτους και την πλήρη αναρχία. Έχουμε τον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό. Έχουμε την κλασική μουσική και την λαϊκή μουσική της κάθε χώρας. Τον άντρα και τη γυναίκα. Τη θάλασσα και τον ουρανό. Το Γιν και το γιανγκ.

Ο κόσμος είναι γεμάτος με τον αριθμό 2. Και είναι πραγματικά ευτυχής όποιος, έχοντας κάνει την επιλογή του, ξέρει σε ποιο στρατόπεδο ανήκει, υπερασπίζεται δε την επιλογή αυτή με τα λόγια και τις πράξεις του, πλάθοντας με αυτό τον τρόπο ότι στην καθομιλουμένη απλά χαρακτηρίζουμε ως «προσωπικότητα».

Ακόμη και τα κομπιούτερς λειτουργούν έτσι. Η λειτουργία τους εξολοκλήρου δεν είναι ουσιαστικά τίποτα περισσότερο από μια αλληλουχία αποφάσεων στο –δυικό και πάλι ερώτημα- «περνάει ρεύμα ή δεν περνάει;». 0 ή 1;

Γι αυτό και οι άνθρωποι που προανέφερα τα περνάνε τόσο φίνα. Όπως και οι υπολογιστές, δε φθείρονται εύκολα, δεν κάνουν λογικά λάθη, έχουν μη προβλέψιμη ζωή και τους πετάμε όταν χαλάσουν από φυσικά αίτια –όταν γεράσουν και η λειτουργία του εγκεφάλου τους υποστεί ανεπανόρθωτο πλήγμα.

Τι γίνεται όμως όταν η επιλογή δεν είναι τόσο εύκολη; Τι γίνεται για παράδειγμα όταν δεν είσαι Παναθηναϊκός αλλά ούτε και Ολυμπιακός, τι γίνεται όταν δεν είσαι άντρας αλλά ούτε και γυναίκα, τι γίνεται όταν για παράδειγμα,

…έχεις μόνο ένα (λειτουργικό) χέρι;
Λογικά η φύση θα έπρεπε να έχει προνοήσει ώστε το δεύτερο χέρι να είναι απλά εφεδρικό σε περίπτωση που κάποιος χάσει, έστω και προσωρινά, το πρώτο. Δεν είναι όμως έτσι. Δυο μέρες τώρα που λόγο πρωτοφανούς νευροκαυαληκεύματος μπορώ να κάνω χρήση μόνο τους ενός χεριού (και μάλιστα του αριστερού), καταλαβαίνω ότι το δεύτερο χέρι (γενικως η δεύτερη επιλογή) δεν έπαιζε απλά το ρόλο του αναπληρωματικού. Ήταν η ισορροπία μου. Και το στήριγμά μου. Ήταν η φαντασία μου και η δεύτερη καρδιά μου. Συγκεκριμένα, ανακάλυψα ότι μερικές δραστηριότητες όπως

1. Σταμάτημα ταξί
2. Βούρτσισμα δοντιών
3. Σινιάλο στο γκαρσόνι για να φέρει το λογαριασμό
4. Κράτημα χειρολαβής σε λεωφορείο

Δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν με τη χρήση του αδύναμου αριστερού μου χεριού. Γιατί;
Γιατί πολύ απλά κανείς δεν με είχε προειδοποιήσει γι αυτό το πλήγμα. Πάντα είχα και τα δύο, ελεύθερος να πράττω όπως θέλω, μαθημένος στην αφθονία χεριών, ζούσα ουσιαστικά σε έναν παράδεισο χεριών. Και σε έναν παράδεισο, παρόλο που υπάρχουν τα πάντα, υπάρχει και ένας κίνδυνος: Κανείς δεν μας προετοιμάζει για την έλλειψη τους.
Έχει σκεφτεί κανείς τι θα κάνει άμα ο Θεός αποδειχτεί ότι δεν υπάρχει; Θα ανατρέξει στον Διάβολο ή θα γίνει άθεος; Τι θα κάνει ένας βάζελος αν ο Παναθηναϊκός αποσυρθεί από τα πρωταθλήματα ή πτωχεύσει; Θα γίνει μήπως Ολυμπιακός;

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι δουλεύουμε με μονάδες, κάνοντας ελάχιστη χρήση όσων μας έχουν δοθεί ή υπάρχουν στην αγορά. Αν κάποιος είναι προσκολλημένος στους κανόνες χωρίς να τους αμφισβητεί και χωρίς να αναρωτιέται έστω πώς είναι μια κοινωνία δίχως αυτούς, τότε έχει πρόβλημα.

Γι αυτό και έχουμε 2 γονείς και πρέπει να τους αγαπάμε το ίδιο. Γιατί αν προσκολληθούμε σε έναν (όπως εγώ με το δεξί μου χέρι), τότε αν αυτός ο γονέας πάθει κάτι, τότε ο γονέας που μένει δεν θα μπορέσει να καλύψει το κενό που άφησε ο πρώτος.

Έτσι είναι.

Και εγώ δε τα ήξερα αυτά.
Δεν κάνω τον έξυπνο.
Τώρα τα έμαθα.
Και βάζω μια κρέμα.
Κρύα κρέμα. Έτσι θα γίνω καλά.
Είναι που οι γυναίκες λατρεύουν εκείνους τους αγριεμένους ανάπηρους που επιστρέφουν από καυτά κλίματα…..

23 February 2011

Zappa ανίκατε μάχαν

Είμαι ένας μαλάκας που βαριέται. Όλοι οι άνθρωποι αργά ή γρήγορα γίνονται μαλάκες που βαριούνται. Μερικοί από αυτούς, οι πιο γυμνασμένοι, καταφέρνουν, μέσα από προσπάθεια, πίστη, δημιουργικότητα και άλλες τέτοιες παπαριές, να δραπετεύσουν από την παγίδα και να μην είναι πια μαλάκες που βαριούνται. Να είναι πια μόνο μαλάκες.

Και μετά συνεχίζουν τη ζωή τους χαρωπά, με συγκινήσεις που συγκινούν μόνο εκείνους, με όνειρα που (επειδή είναι μαλάκες-από αυτό δεν ξεφεύγει κανείς) νομίζουν ότι πραγματοποιηθούν με την ανάλογη στάση, την θετική ενέργεια και την υπομονή.

Εγώ δεν είμαι μέσα σε αυτούς. Θα μείνω για πάντα ένας μαλάκας που βαριέται. Και μια μέρα θα παντρευτώ μια μαλακισμένη που βαριέται και μαζί θα κάνουμε μερικά μαλακισμένα που μέχρι να βαρεθούν, θα πάνε σχολείο και βγάλουν σπυριά στην εφηβεία.

Υπάρχουν βέβαια και περίοδοι που παύω για λίγο να είμαι μαλάκας που βαριέται. Ουσιαστικά δεν παύω να είμαι απλά είμαι τόσο απασχολημένος με θέματα επιβίωσης ώστε δεν προλαβαίνω να βαρεθώ. Βλέπεις κανείς δεν είναι τόσο τυχερός ώστε να βαριέται συνέχεια. Πάντα κάτι θα συμβεί. Μια γιορτή που πρέπει να πάς, μια ταινία που θα τύχει να δεις, ένα βιβλίο που θα τύχει να δανειστείς, όλο κάτι τέτοιες μαλακίες συμβαίνουν. Εκεί όμως έρχεται η ευθύνη του συνειδητοποιημένου μαλάκα που βαριέται. Δεν πρέπει να πιστέψει ότι όλα αυτά έχουν την παραμικρή αξία. Τι κι αν είναι η καλύτερη ταινία του κόσμου; Τι και αν βλέπεις την «Νύχτα» του Αντονιόνι για πρώτη φορά, τι και αν διαβάζεις το πιο ωραίο ποίημα του Ρεμπώ ή την «Ιλιάδα», η χαρά είναι τόσο εφήμερη που καταντάει αστείο. Τι και αν ακούς κάποια συμφωνία του Σοστακόβιτς ή κοιμάσαι με τα ακουστικά στα αυτιά ακούγοντας «Φράνκ Ζάππα». Πάλι το πρωί δεν θυμάσαι πως ένιωσες και επίσης σε πονάει το αυτί επειδή σε πήρε ο ύπνος με τα ακουστικά.

Μόνο όταν υπάρχει ο έρωτας τα πράγματα δείχνουν να αντέχουν περισσότερο. Μέσα στον έρωτα σταματαει κανείς να είναι μαλάκας που βαριέται. Είναι όσο όμορφος είναι η μουσική αλλά κρατάει περισσότερο (συνήθως). Είναι σαν να ακούς Ζάππα για ένα μήνα.
Ο έρωτας είναι ένα παρατεταμένο τραγούδι του Ζάππα.

Και όταν κάποιος πατάει το «στοπ» στο ηχοσύστημα, πάπαλα ο έρωτας, πάμε πάλι στο χουζούρεμα του μαλάκα που βαριέται. Και τώρα μεταξύ μας: Ίσως είναι καλύτερα έτσι. Δηλαδή, το δίλλημα που τίθεται είναι 1. Χαρούμενος που πλανάται ή 2. Ψιλοδυστυχής που ψιλο πατάει στη γή?

Ο καθένας είναι υπέυθυνος για τις επιλογές του. Απλώς, ο μαλάκας που βαριέται δεν χρειάζεται να ανυσηχεί και πολύ. Γιατί ξέρει πώς και οι δυο επιλογές οδηγούν με βεβαιότητα στον θάνατο. Έχει αποδειχτεί αυτό, όλοι μας ξέρουμε κάποιον που έχει πεθάνει.

Ναι αλλά στην πορεία δεν πρέπει να περάσουμε καλά; Να προσπαθήσουμε να γεμίσουμε με θετική ενέργεια τα πνεύματα και τα σώματά μας και να την μεταδώσουμε στον κόσμο ώστε να λουστεί από αγάπη και συμπόνοια, από ελπίδα και ειρήνη, από κατανόηση και αδελφοσύνη;

Όχι, δεν πρέπει. Δεν είναι απαραίτητο δηλαδή.

Θα προτιμούσα να έχω ένα μουστάκι σαν του Ζάππα και ας έβλεπα την θετική ενέργεια μόνο με το τηλεσκόπιο. Κι ας βομβαρδιζότανε το σπίτι μου από άγνωστους εχθρούς, ο Ζάππα θα με με προφύλασσε.

Και κάποια στιγμή ο θόρυβος θα σταμάταγε.
Του πούστη πια.








22 February 2011

Καταπίεση


Σήμερα είναι η σειρά μου να γράψω post. Υπάρχει μία άτυπη συμφωνία με το xtapodi να γράφουμε μία ο ένας μία ο άλλος. Τα σαββατοκύριακα εξαιρούνται γιατί α) προς το παρόν έχουμε καλύτερα πράγματα να κάνουμε και β) δεν διαβάζει κανένας αυτά που γράφουμε ούτως ή άλλως.
Πάμε παρακάτω.

Το θέμα με το «πρέπει» να γράψω post γιατί είναι η σειρά μου, με καταπιέζει πιο πολύ κι από τον ουροκαθετήρα. Αυτή την στιγμή που γράφω έχω από την μία το xtapodi να με ρωτάει κάθε δέκα λεπτά αν είναι έτοιμο το post και από την άλλη τον μοναδικό μου αναγνώστη να πατάει refresh (σε βλέπω στα στατιστικά! ξεκόλλα και βρες καμιά γκόμενα!). 

Επειδή όμως έχω μάθει να λειτουργώ υπό πίεση και επίσης δεν θέλω να δίνω λαβές για σχόλια, here you are:

Τα meeting στην δουλειά είναι πιο ενοχλητικά κι από την ουρολοίμωξη.

Τα λέμε μεθαύριο.

21 February 2011

Αδικίας Εγκώμιον

Ήμουν πολύ μικρός όταν άκουσα για πρώτη φορά την λέξη «αδικία». Δεν θυμάμαι υπό ποιες συνθήκες έγινε ακριβώς αλλά ήταν σίγουρα στα πλαίσια μιας κυριακάτικης βόλτας στην γειτονιά μας με τον πατέρα μου (πάντοτε ο πατέρας μου έλεγε τα πιο έξυπνα πράγματα ενώ η μητέρα μου τα πιο χρήσιμα). Ήταν κάτι που διάβασε στην εφημερίδα; Κάτι που είδε; Δεν θυμάμαι. Πάντως η διατύπωση του, αν και μπουκωμένος με ένα πιροσκί σοκολάτα στο στόμα-άρα και με καμία όρεξη να ακούω φιλοσοφίες-, με έκανε να υποψιαστώ ότι το θέμα αυτό ήταν από τα δύσκολα-από αυτά που θα με προβλημάτιζαν όταν θα μεγάλωνα.

Δεν χρειάστηκε να μεγαλώσω πολύ. Πήγα στο δημοτικό και ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα την δασκάλα μου και έγινα και ο καλύτερος μαθητής γιατί τότε νόμιζα ότι οι γυναίκες θέλουν τους έξυπνους. Διάβαζα, σήκωνα το χέρι μου πάντα, έμαθα να κάνω καλλιγραφικά γράμματα και γενικά, αν εξαιρέσεις μερικά παραπανήσια κιλά, ήμουν άψογος. Παρόλα αυτά, όταν είπα στην μητέρα μου το πώς ένιωθα και της ζήτησα να παρέμβει ώστε να γίνω ζευγάρι με τη δασκάλα μου, η μητέρα μου με αγκάλιασε και φιλώντας με στο μάγουλο μου είπε ότι η δασκάλα μου ήταν μεγάλη για μένα, ότι είχε άλλον άντρα και ότι έπρεπε να κάνω υπομονή αν ήθελα μια γυναίκα. Και αμέσως θυμήθηκα την λέξη που μου έμαθε ο πατέρας μου, τότε σε εκείνη τη βόλτα με το πιροσκί. Αδικία….

Η αδικία, όπως και πολλές άλλες έννοιες, έχει ένα μαγικό συστατικό: Δεν μπορεί κάτι να είναι άδικο για όλους. Δεν υπάρχει δηλαδή μαζικό άδικο. Κάθε φορά που κάποιος αδικείται, κάποιος επωφελείται. Η τόσο όμορφη λέξη δηλαδή, το όφελος, υπάρχει επειδή υπάρχει η σατανική λέξη, αδικία. Όταν κάποιος ωφελείται, κάποιος αδικείται. Τόσο απλά.

Βέβαια, στην περίπτωση της δασκάλας μου, ποιος επωφελήθηκε άραγε; Η δασκάλα; Δεν θα το έλεγα, εκτός βέβαια αν ισχυριστούμε ότι γλύτωσε από την αμηχανία μιας πιθανής ερωτικής εξομολόγησης από μέρους μου, και εγώ γλύτωσα από το πολύ διάβασμα, έγινα πλέον ένας μέτριος μαθητής, παρέμεινα άριστος μόνο στα μαθηματικά (που είχαν αριθμούς) και στις ιστορία (που είχε σκοτωμούς). Αυτά τα δύο.

Άρα μήπως δεν ήταν αδικία; Μήπως απλά ήμουν μικρός και άσχετος και θεωρούσα ότι το να επιθυμώ κάτι ήταν ταυτίσιμο με το «δίκαιο», και η μη ικανοποίηση ενός θελήματός μου ισοδυναμούσε με αδικία; Μάλλον.

Στον προχθεσινό αγώνα επωφελήθηκε ο Ολυμπιακός. Μάλλον όχι. Στον προχθεσινό αγώνα ΑΔΙΚΗΘΗΚΕ ο Παναθηναϊκός. Κλασικό παράδειγμα αδικίας. Κάποιος κέρδισε χωρίς να το αξίζει, κάποιος έχασε ενώ θα άξιζε να νικήσει. Δεν υπάρχει πιο εύστοχο παράδειγμα για την περιγραφή του φαινομένου της αδικίας. Και όποιος λέει ότι το «ποδόσφαιρό πήγε πίσω» και άλλες τέτοιες φανφάρες πολιτισμού, είναι βαθειά νυχτωμένος, Όσοι γκρινιάζουν, δεν το κάνουν λόγω ευθιξίας ή δημοκρατικής ευαισθησίας και ευ αγωνίζεσθε και τέτοια. Το κάνουν απλά επειδή ήταν εκείνοι που αδικήθηκαν και όχι εκείνοι που επωφελήθηκαν.

Τουλάχιστον στην Ελλάδα αυτή είναι η κατάσταση. Δεν μας νοιάζει ο νόμος, δεν μας νοιάζουν οι κανόνες, αρκεί να επωφελούμαστε (σε βάρος κάποιων άλλων που αδικούνται). Πάντα υπάρχουν (τουλάχιστον δυο) στρατόπεδα, από τα οποία κάποιος ωφελείται και κάποιος αδικείται. Είναι που δεν μας αρέσουν οι μέσες λύσεις. Και η δημοκρατία είναι βαρετό πολίτευμα αφού βασίζεται σε αυτό που λέμε «μέση» ή «δίκαιη» λύση. Όλοι δηλαδή να είναι μετρίως ικανοποιημένοι ώστε να μη θίγονται πολύ τα δικαιώματα του ενός, ούτε του και του άλλου. Στους περισσότερους έλληνες δεν αρέσει αυτό. Διαφορετικά, ο αγώνας προχτές θα τέλειωνε ισόπαλος. Θα ακύρωνε δηλαδή ο διαιτητής το γκολ του παναθηναϊκού (που ήταν έγκυρο) αλλά θα ακύρωνε και το γκολ του ολυμπιακού (που ήταν σχεδόν άκυρο) και τίποτα από όσα ακολούθησαν δεν θα είχε συμβεί. Γιατί κανείς δεν θα ένιωθε αδικημένος. Η καλύτερα, θα νιώθανε όλοι το ίδιο αδικημένοι. Αλλά η ισοπαλία είναι όπως είπαμε, είναι βαρετή.

Και τώρα που το σκέφτομαι, δεν ήταν αδικία αυτό που συνέβη με τη δασκάλα μου. Ήταν ισοπαλία. Εκείνη με απέρριψε, έστω και έμμεσα μέσω της μητέρας μου, αλλά εγώ ήμουν νέος και δεν ήξερα τι θα πεί αδικία. 1-1.

Άσε που την είδα ξανά πρόσφατα μετά από τόσα χρόνια και είναι ασχημούλα και έχει μείνει γεροντοκόρη. Καλά να πάθει. 1-2 με ψεύτικο γκολ στο 91’.

18 February 2011

Ζούδια

Η δεύτερη πιο σημαντική εμπειρία της ζωής μου (η πρώτη ήταν όταν έπαιξα Modern Warfare 2 στο PC) ήταν πριν μερικά χρόνια στην ελληνική επαρχεία, όταν παρακολούθησα ζωντανά την γέννηση ενός προβάτου. Μαλάκα, δεν έχεις υπόψη σου!
Αλλά το συγκλονιστικό δεν ήταν να βλέπω να βγαίνει ένα ζώο μέσα από ένα άλλο. Αυτό το ξεπέρασα γρήγορα. Αυτό που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο βλέπω την ζωή ήταν το απόσταγμα της μετέπειτα σκέψης μου στο δρόμο για την δουλειά (βλ. προηγούμενο σχετικό post).
Κάθισα λοιπόν κι έκανα μια σύγκριση ανάμεσα στο πρόβατο και τον άνθρωπο και κατέληξα στα εξής:

Ας ξεκινήσω με το πρόβατο.
α) Το πρόβατο γεννιέται μέσα σε μία μπίχλα, στην καλύτερη περίπτωση στον στάβλο ενός υπερήλικα κτηνοτρόφου που δεν δίνει δεκάρα τσακιστή για τις επιστημονικές εξελίξεις στον χώρο της μαιευτικής.
β) Το νεογέννητο προβατάκι χρειάζεται μερικά δευτερόλεπτα για να σταθεί στα πόδια του.
γ) Το προβατάκι θηλάζει την μάνα του 10-12 εβδομάδες και μετά μπορεί άνετα να τα μαζέψει και να φύγει από το πατρικό του και να κάνει ότι θέλει με την ζωή του. Αυτό λέγεται απογαλακτοποίηση. Κράτα τον όρο. Θα σου χρειαστεί στο τέλος.

Αυτό ήταν όλο. How was your day?

Πάμε τώρα στον άνθρωπο.
α) Η γυναίκα άνθρωπος θα πρέπει να βρει τον κατάλληλο άντρα. Ο κατάλληλος άντρας έχει μία σειρά από χαρακτηριστικά που θα αναλύσω σε επόμενο post.
β) Η γυναίκα άνθρωπος θα πρέπει να παντρευτεί, να μετακομίσει σε διαμέρισμα > 100 τετραγωνικά και στην συνέχεια, αφού νιώσει συναισθηματικά και υλικά ασφαλής, να γονιμοποιηθεί.
γ) Με το που γονιμοποιηθεί, ενημερώνει κλαίγοντας όλες τις φίλες της και στην συνέχεια γίνεται συνδρομήτρια στο «παιδί μου κι εγώ» και κλείνει το πρώτο ραντεβού με τον γιατρό που ξεγέννησε και την μάνα της, ο οποίος για κάποιο παράξενο λόγο ζει ακόμα.
δ) Οι επισκέψεις στον γιατρό είναι πιο συχνές κι από τις επισκέψεις στην τουαλέτα. Εξετάσεις, 3D, πρώτου επιπέδου, δευτέρου, τρίτου, χρωματιστές, υπέρηχοι, αίματα, φάρμακα, επιλόχειος, ορμόνες, «μου μύρισε τσιπούρα τηγανιτή» και άλλα.
ε) Αυτό συνεχίζεται για περίπου 6 μήνες. Μετά τον έκτο μήνα τα πράγματα δυσκολεύουν. Ο άντρας άνθρωπος έχει τόση σχέση με το «σεξ» όση εγώ με το badminton.  Η γυναίκα άνθρωπος κάθεται όλη μέρα σε ένα καναπέ και κάνει αέρα και κάθε δέκα λεπτά τα αυτιά των φιλενάδων της είναι στην κοιλιά της για να ακούσουνε το έμβρυο.
Μετά τον όγδοο μήνα η γυναίκα άνθρωπος είναι σε επιφυλακή. Κάθε φορά που κλοτσάει το μαλακισμένο, όλη η οικογένεια ετοιμάζει βαλιτσάκια για το μαιευτήριο. Το βράδυ ο άντρας άνθρωπος φυλάει σκοπιά πάνω από το κρεβάτι κι έχει αναμμένη την μηχανή στο γκαράζ.
στ) Περνάνε 9 μήνες (!) και μετά έρχεται η μεγάλη στιγμή. Σπάνε τα νερά. Ο άντρας άνθρωπος αρπάζει την γυναίκα άνθρωπο και την πάει στο νοσοκομείο που μοιάζει με εκείνο το ξενοδοχείο στο Dubai, μόνο που είναι λίγο πιο ακριβό,  γεμάτος άγχος συνοδεία της ΔΙΑΣ.
ζ) Σκάει ο undead γιατρός, μπαίνει στο σουπερ αποστειρωμένο χειρουργείο και μετά από μία ντουζίνα ώρες, μέσα από την γυναίκα άνθρωπο, βγαίνει μία ροζ μαλακία με πόδια που κλαίει. Αυτό γίνεται σύμφωνα με τις τελευταίες οδηγίες της ιατρικής επιστήμης από τυπάκια που έχουν φάει τα νιάτα τους διαβάζοντας Κυτταρολογία.
η) Ο άντρας άνθρωπος μοιράζει 50ευρα σε όποιον βρει μπροστά του και η ροζ μαλακία μπαίνει σε ένα πυρέξ και πηγαίνει σε έναν άλλο αποστειρωμένο χώρο όπου απολαμβάνει την φροντίδα άλλων τυπακίων που έχουν φάει τα νιάτα τους κάνοντας κοπάνα από τα ΤΕΙ στου Σαρακάκη.

Για να μην τα πολυλογώ και κουράζω τον μοναδικό μου αναγνώστη, η απογαλακτοποίηση της ροζ μαλακίας γίνεται γύρω στα 30…
ΧΡΟΝΙΑ.
ΤΡΙΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΝΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΝΑ ΣΟΥ πριν καταφέρεις να πεις ότι μπορείς να τα βγάλεις πέρα μόνος σου και να μετακομίσεις όπως το μικρό προβατάκι.

Και τολμάς ρε τσόγλανε να νιώθεις και ανώτερο είδος;
Σημ: Το μοναδικό κοινό στοιχείο ανάμεσα στο πρόβατο και τον άνθρωπο εντοπίζεται στους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ.

17 February 2011

Δυστυχώς Εφλωρέψαμεν

Και να δεις ρε πούστη που το υποψιαζόμουνα. Εννέα μήνες μέσα στα νερά μιας γυναικείας κοιλιάς, και μετά έξω –πάφ- χωρίς να σε ρωτήσει απολύτως κανείς εαν θες να βγεις έξω, χωρίς να ζητήσει κανείς την συγκατάθεση σου για το εάν όντως θέλεις να μεταμορφωθείς από αιθέρας, σπερματοζωάριο ή ότι άλλο είμαστε, σε μια προσωρινή λύση στη μάστιγα της συζυγικής βαρεμάρας, ενός είδους πληκτικής και τοξικής άνοιας που μαστίζει τα ζευγάρια από τον καιρό του Νώε.

Γιατί αυτό είμαστε: παραπετάσματα βαρεμάρας. Μάλλον όχι, αυτό είμαστε στην αρχή.

Μετά πηγαίνουμε στο σχολείο και μαθαίνουμε ενδιαφέροντα πράγματα και μια ωραία πρωία μαθαίνουμε και τον αυνανισμό, και τότε όλοι νομίζουμε ότι οι μέρες τις βαρεμάρας μας τέλειωσαν δια παντός. Μετά μαθαίνουμε και το τσιγάρο, ώστε να μην βαριόμαστε ούτε και μετά από τη μαλακία. Σα να είναι η ζωή ένας αγωνιώδης αγώνας για την καταπολέμηση της βαρεμάρας. Όταν όμως μεγαλώσουμε έχοντας καπνίσει σχεδόν τα πάντα μια μέρα ξυπνάμε και δεν μπορούμε να αναπνεύσουμε άλλο. Έτσι κόβουμε το κάπνισμα (γιατί είμαστε ηλίθιοι και θέλουμε να ζήσουμε μέχρι να γίνουμε σαν τους γέρους που κατουράνε σταγονίτσες και φοράνε μασέλες), και βρίσκουμε αν μπορούμε και μια γυναίκα να ερωτευτούμε γιατί είναι ντροπή η μαλακία στην ηλικία μας κοτζάμ άντρες τρία μέτρα. Έτσι γίνονται τα παιδιά.

Το πιάσατε; Τα παιδιά γίνονται λόγο του ότι οι γονείς κόβουν το κάπνισμα και τη μαλακία. Υπάρχουν βέβαια περιπτώσεις αντρών που δεν κόβουν την μαλακία ακόμα και όταν γίνουν γονείς. Και για το κάπνισμα ισχύει το ίδιο. Όπως όμως, οι περισσότεροι από αυτούς, αν θέλουν να καπνίσουν το κάνουν στη ζούλα, έξω στο μπαλκόνι, με ντροπή, μη τους δεί ο μπέμπης, μην εισπνεύσει το μωρό λίγο καπνό και γίνει τζάνκι στην ομόνοια από τα δέκα του, έτσι και η μαλακία, ακόμα και όταν γίνεται, δεν έχει πια την ίδια αίγλη. Ο ενθουσιασμός και η αγωνία των πρώτων εκσπερματώσεων είναι η πρώτη σοβαρή απώλεια στην ζωή ενός άντρα.

Αλλά δίνω την εντύπωση του γκρινιάρη και αντιπαθητικού. Ε είμαι.

Δεν θέλω να πω ότι θα προτιμούσα να έχω καταλήξει σε ένα χαρτί υγείας και μέσα στη λεκάνη, ούτε βέβαια σε κάποιο καθαρό σεντόνι στα πλαίσια μιας θερινής ονειρώξεως χωρίς κανένα αντίκρισμα. Θα μπορούσα όμως να έχω γίνει κάτι χαρούμενο, κάτι καλαίσθητο και ελαφρύ, κάτι περισσότερο ζωντανό, κάτι έξυπνο, κάτι που να προκαλεί το δέος. Ναι! Θα μπορούσαν να έχω γίνει μια γυναίκα με καστανές ή μαύρες αφέλειες.

Όταν θα βαριόμουνα, θα τσακωνόμουνα με τις φίλες μου χωρίς σοβαρό λόγο, θα έτρωγα γλυκά, θα μεγάλωνε ο κώλος μου και μερικοί άντρες θα με κορόιδευαν αλλά στα αρχίδια μου,εε στο μουνί μου θα τους έγραφα γιατί εγώ θα μπορούσα να αφήσω αφέλειες και να είμαι η πιο όμορφη. Θα γινόμουν μάλλον ηθοποιός, θα ήμουν λίγο ατάλαντη αλλά (ποιος χέστηκε) θα είχα ατέλεια για όλα τα θέατρα, θα ήμουν ερωτευμένη με τον πατέρα μου και θα έκανα πέρα όλους τους άντρες που δε θα του έμοιαζαν. Και άλλα τέτοια πολλά.

Αλλά δεν είμαι μια γυναίκα με καστανές η μαύρες αφέλειες. Δεν είμαι καν μια γυναίκα. Είμαι απλά ένα μάτσο αφέλειες.

Σύμφωνα με μια ιστορία που δεν υπάρχει πουθενά γραμμένη ούτε και την έχω ακούσει ποτέ από κάποιον, ο Θεός αφού τα έκανε μαντάρα με την κατασκευή των πρωτόπλαστων, κατέβηκε στη γη για feedback πάνω στο δημιούργημά του.

Πρώτα πλησίασε τον άντρα.

«Ωρε άντρα, τέκνον μου, τώρα που έχεις ζήσει για λίγο, έχεις δει πράγματα, έχεις ακούσει, τι θα ήθελες που έχουν οι γυναίκες και δεν έχεις εσύ;»

Ο άντρας το σκέφτηκε και μετά από λίγο είπε.

« Επιλόχειο κατάθλιψη.»

Μετά πλησίασε τη γυναίκα.

«Ωρε γυναίκα, τέκνον μου, τώρα που έχεις ζήσει για λίγο, έχεις δει πράγματα, έχεις ακούσει, τι θα ήθελες που έχουν οι άντρες και δεν έχεις εσύ;»

Και η γυναίκα απάντησε.

«Μουστάκι»

Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

16 February 2011

Σαδιστικό καθίκι

Τα τελευταία δέκα χρόνια χρειάζομαι κατά μέσο όρο μιάμιση ώρα για να πάω στην δουλειά (και άλλο τόσο για την επιστροφή). Αυτό σημαίνει ότι έχω πολύ ελεύθερο χρόνο για σκέψη. Συγκεκριμένα έχω σκεφτεί για τουλάχιστον 273.750 ώρες τα τελευταία δέκα χρόνια. Και να λάβεις υπόψη σου ότι δεν έχω συμπεριλάβει την στρατιωτική θητεία. Δεν σε χάλασε. Αν διάβαζα ιατρική θα είχα γίνει καθηγητής στο Johns Hopkins και θα ήμουν υποψήφιος για το Nobel του 2012. Αντί όμως για να σκέφτομαι το μέλλον μου, παρέμεινα Υπάλληλος Πολυεθνικής (εφ’ εξής Υ.Πo) και αφιέρωσα όλη μου την ενέργεια στο να βρω το νόημα της ζωής.

Μάντεψε! Το βρήκα.

Το νόημα της ζωής λοιπόν είναι το εξής: «Ο δημιουργός είναι ένα σαδιστικό καθίκι».
You’re welcome.

Και επειδή, όπως ήδη κατάλαβες, μου αρέσει να μιλάω με στοιχεία, πάρε και τις αποδείξεις για να το βουλώσεις:
Ο δημιουργός λοιπόν μας πέταξε σε ένα υπέροχο πλανήτη γεμάτο με όλα τα αγαθά του κόσμου και μας έκανε να καταλάβουμε ότι μπορούμε να γευτούμε όλες τις άνοστες μαλακίες και να κάνουμε όλα τα ξενέρωτα πράγματα που μπορούν να περάσουν από το μυαλό μας χωρίς κανένα πρόβλημα. Αν μας περάσει όμως από το μυαλό ότι θα πρέπει κάποια στιγμή να κάνουμε κάτι ΕΥΧΑΡΙΣΤΟ τότε το πιθανότερο είναι να πεθάνουμε επιτόπου. Και σαν να μην έφτανε αυτό, οι χριστιανοί θα πρέπει να πάνε και στην κόλαση. Το μόνο που επιτρέπεται να κάνεις ελεύθερα είναι να βλέπεις ειδήσεις στο Mega.
Δεν το έχεις καταλάβει ακόμα ε; Θα σου το πω με παραδείγματα.

Σου αρέσει η σοκολάτα; Την πάτησες φίλε. Αν τρως σοκολάτα: α) θα παχύνεις, β) θα πάθεις διαβήτη, γ) θα σου πέσουν τα δόντια, δ) θα σε χωρίσει η γκόμενα σου επειδή είσαι χοντρός, φαφούτης και παθαίνεις διαβητικές κρίσεις την ώρα του σεξ και ε) θα πεθάνεις από καρδιά λόγω πάχους και μοναξιάς.

Αρχίζεις και πιάνεις το νόημα;
Σου αρέσει το ποτό; Την πάτησες και πάλι. Αν πίνεις: α) θα παχύνεις, β) θα πάθεις διαβήτη, γ) θα σου χαλάσει το συκώτι, δ) θα εθιστείς, ε) θα χάσεις την δουλειά σου λόγω εθισμού, στ) θα σε παρατήσει η γκόμενα γιατί είσαι χοντρός και δεν έχεις δουλειά, ζ) θα πεθάνεις στην ομόνοια
Ξέρω τι σκέφτεσαι εξυπνάκια. Θα σου απαντήσω πιο μετά. Σου πέρασε από το μυαλό ότι έχεις σκεφτεί πιο πολύ από εμένα; Γελιέσαι.

Συνεχίζω.
Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που σου έρχεται στο μυαλό όταν ακούς «δεκαετία του ‘60». Αν η απάντηση είναι «το Woodstock», σταμάτησε να διαβάζεις αμέσως και κάνε κλικ εδώ. Αν η απάντηση είναι «αχαλίνωτο σεξ σε κοινόβια» τότε συνέχισε.
Το 1960 λοιπόν έγινε κάτι που ο δημιουργός δεν το περίμενε. Το ποίμνιο σταμάτησε να ακολουθεί –τουλάχιστον- την έβδομη εντολή. Συνειδητά όμως. Ο ένας πήδαγε την γκόμενα του άλλου. Κάτι σαν κι αυτό που γίνεται στις πολυεθνικές σήμερα αλλά ακόμα πιο χύμα. Γινότανε χαμός. Γεννήθηκαν τόσα παιδιά με παράξενα ονόματα που τα πρώτα προβλήματα υπερπληθυσμού άρχισαν να κάνουν την εμφάνιση τους. Οι χίπηδες δεν έδιναν δεκάρα!
Το έβλεπε αυτό ο δημιουργός και είχε φρικάρει. Για πρώτη φορά μετά τους πολέμους και τις καταστροφές ο κόσμος πέρναγε καλά. Είχε φτάσει μάλιστα στο σημείο να χρησιμοποιεί την κάνναβη (η οποία φυτρώνει στην γη που δημιούργησε) προς ευχαρίστηση! Που ακούστηκε; Οι άνθρωποι είχαν αποθρασυνθεί. Το πράγμα είχε ξεφύγει από τα όρια.
Κάθισε λοιπόν και σκέφτηκε, σκέφτηκε, σκέφτηκε για περίπου 20 χρόνια… και επιτέλους ανακάλυψε την λύση: AIDS μαλάκες. Πάρτε τα.
Θες να πας με πολλές γυναίκες ε; Be my guest. Όχι μόνο κινδυνεύεις να πεθάνεις, αλλά ο θάνατος σου θα είναι αργός, βασανιστικός και στιγματισμένος.

Πάλι ξέρω τι σκέφτεσαι. Δώσε μου λίγο χρόνο.
Θέλεις κι άλλα παραδείγματα;
Σου αρέσει η πίτσα; Τα σουβλάκια; Οι μακαρονάδες; Βλέπε παράδειγμα με σοκολάτα.
Σου αρέσει να ξενυχτάς και να γυρνάς με γυναίκες; Βλέπε τα επόμενα δύο.
Σου αρέσει η ταχύτητα; Αργά η γρήγορα θα σκοτωθείς στην Αθηνών Πατρών.
Σου αρέσει να βλέπεις όλη μέρα τηλεόραση (πλην των ειδήσεων του Mega); Θα χαζέψει το μυαλό σου.
Σου αρέσει να παίζεις από το πρωί μέχρι το βράδυ Call of Duty Black OPS; Κινδυνεύει η ψυχική σου υγεία.
Σου αρέσει να μην δουλεύεις; Δεν θα έχεις λεφτά να κάνεις τίποτα.

Οτιδήποτε σου αρέσει, κάνει κακό με τον ένα ή τον άλλο τρόπο!

Το ξαναλέω.

Οτιδήποτε σου αρέσει, κάνει κακό!
Κλέψε δέκα λεπτά απο το project με το οποίο ασχολείσαι και σκέψου το!

Αν αυτό δεν είναι σαδισμός τότε τι είναι;
Είναι σαν να σε ευνουχίζουν και μετά να σε πετάνε στα καμαρίνια της Victoria Secret.

Και επειδή δεν θέλω να δημιουργώ εντυπώσεις, ξέρω τι σκέφτηκες τις δύο προηγούμενες φορές που σε τσάκωσα. «Παν μέτρον άριστον».
Συγχαρητήρια. Μόλις έπεσες στην παγίδα.

Το επιχείρημα που έχεις τόση ώρα στο στόμα σου είναι: «μπορείς να απολαύσεις μια πίτσα, αρκεί να το κάνεις με μέτρο», «μπορείς να φας σοκολάτα, αρκεί να το κάνεις με μέτρο».
Τι λες ρε μεγάλε; Και τότε για το μπρόκολο γιατί δεν λέει κανείς «μπορείς να φας μπρόκολο, αλλά με μέτρο!». Να σου πω εγώ γιατί: γιατί το μπρόκολο δεν αρέσει σε κανέναν!!! Κι αυτό ο δημιουργός το γνωρίζει πολύ καλά. Μπρόκολο μπορείς να φας όσο θες γιατί είναι μία μαλακία και μισή.  Έχεις ακούσει κανέναν γιατρό να σου λέει «κοίταξε… πρέπει να κόψεις τις σαλάτες… φάε κάτι λιπαρό και νόστιμο». Όχι ε; Ευχαριστώ που απέδειξες την θεωρία μου. Το ίδιο ισχύει και για το κουνουπίδι, τα λαχανάκια Βρυξελών και τις αγκινάρες. Γι αυτά δεν υπάρχει μέτρο. Φαε όσο θες. Αλλά πρόσεχε, μείνε μακριά από την πίτσα, τα μακαρόνια, την σοκολάτα, τα ποτά και τις γκόμενες. Σημείωση: αν προτιμάς το μπρόκολο από την πίτσα σταμάτησε να διαβάζεις και κάνε κλικ εδώ.

Με άλλα λόγια φίλε αναγνώστη: ζεις σε ένα κόσμο με απεριόριστες δυνατότητες καλοπέρασης κι εσύ κάθεσαι και διαβάζεις αυτά που γράφω, σε κάποιο κτήριο του Βωβού, κουνώντας το κεφάλι. Μην ξεχάσεις μετά το 12ωρο στην δουλειά να πας γυμναστήριο και να φας γιαούρτι 2%.

Και κάτι ακόμα. Για τα επόμενα δέκα χρόνια δεν θέλω να ακούσω κουβέντα γι αυτό το θέμα.