21 April 2011

Κατάνυξη


Η Μαρία κεράτωσε τον Ιωσήφ και έμεινε έγκυος με κάποιον άλλον. Μετά βρήκε την καλύτερη δικαιολογία στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Το πρόβλημα με τις θρησκείες είναι πολλαπλό και δεν μπορεί να αναλυθεί εύκολα από κάποιον σαν κι εμένα.  Υπάρχουν όμως ορισμένα σημεία τα οποία θα μπορούσαν να βελτιωθούν. Δείτε το σαν εποικοδομητική κριτική από κάποιον που έχει τόση σχέση με τις θρησκείες όση και οι τσιπούρες με το διάστημα. 

Ας φέρω ένα παράδειγμα. Ο Χριστός, από ότι διαβάζω στο ίντερνετς, πρέπει να ήταν γαμώ τα παιδιά. Είχε φτιάξει κομούνα μέσα στο κράτος του Ισραήλ και έσπαγε τα νεύρα στην εξουσία. Αν ζούσε σήμερα τον φαντάζομαι να συχνάζει στο Νοσόστρο στα Εξάρχεια και να τρώει ξύλο από την ομάδα ΔΙΑΣ τρείς φορές την εβδομάδα. Έκανε παρέα με όλους, σιχαινόταν το κεφάλαιο και τις πολυεθνικές της εποχής και η μόνη του έννοια ήταν να διαδώσει την αλήθεια του στον κόσμο. Κι όταν λέω «αλήθεια», εννοώ την δικιά του υποκειμενική αλήθεια. Which is fine with me. Μέχρι εκεί τα πάμε μια χαρά. 

Στα λίγα χρόνια που έζησε, ο Χριστός φρόντισε να δώσει όλα τα marketing tools σε αυτούς που θα ακολουθούσαν έτσι ώστε να μην μπορεί κανείς να αμφισβητήσει το προϊόν. Παράδειγμα: έδωσε τις δέκα εντολές. Οι εντολές αυτές όμως ήταν τόσο αυστηρές που δεν υπήρχε περίπτωση να μην τις παραβιάσει ο πελάτης εκτός κι αν ήταν χελώνα καρέτα-καρέτα. Η παραβίαση δημιουργούσε ενοχές και οι ενοχές φόβο για να μην πάει ο παραβιαστής στην κόλαση. Ο φόβος με την σειρά του κρατούσε τον πελάτη στο μαντρί. Αυτή η μέθοδος είναι ένα μόνο από τα πράγματα που έχουν προσφέρει οι θρησκείες στον σύγχρονο κόσμο. Την συναντάμε κατά κόρον και στα δελτία ειδήσεων.

Τι γίνεται όμως με αυτούς που παραβίαζαν τις εντολές; Θα ήταν για πάντα καταδικασμένοι να πάνε στην κόλαση; Αν αυτό ίσχυε, τότε η κόλαση θα ήταν τίγκα στον κόσμο και στον παράδεισο θα ήταν μόνο ο Χριστός με την οικογένεια του και μερικές χελώνες. Σε αυτό το πρόβλημα ήρθε να δώσει απάντηση η μετάνοια. Η μετάνοια ήταν ένα εργαλείο των πωλήσεων προκειμένου να μπορεί ο πελάτης να επιστρέψει. Με ένα σχετικά μικρό ποσό έπαιρνε το λεγόμενο συγχωροχάρτι και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Το καλό με αυτή την υπόθεση ήταν ότι στην μετάνοια δεν υπήρχε όριο. Θα μπορούσες να μετανοήσεις όσες φορές ήθελες.  Με το αζημίωτο φυσικά.

Να σημειώσω εδώ ότι ο Χριστός δεν έχει καμία ευθύνη για την υλοποίηση των οδηγιών του. Ναι μεν έδωσε το βασικό πλαίσιο, αλλά δεν περίμενε ότι αυτό θα εξελιχθεί σε μία καλοστημένη επιχείρηση. Αν το δούμε αντικειμενικά, δεν έχει καμία σχέση η αναρχική φύση του ιδρυτή με το φασιστοπαπαδαριό που διοικεί την εταιρεία σήμερα. Αυτά προς αποφυγή παρεξηγήσεων. Συνεχίζουμε λοιπόν.

Ο Χριστός είχε φτιάξει και ένα FAQ το οποίο είχε δώσει στο Customer Care προκειμένου να έχουν μία απάντηση για κάθε ερώτηση του πελάτη. Αν κάποιος πελάτης ξαφνικά αποκτούσε IQ μεγαλύτερο του αχινού και αναρωτιόταν «βρε λες να με δουλεύουν;»  υπήρχαν  έτοιμες απαντήσεις για όλα. Όταν όμως τα πράγματα γινόντουσαν πραγματικά δύσκολα, υπήρχε η απόλυτη απάντηση: «άγνωσται αι βουλαί του κυρίου». Ας πάρουμε ως παράδειγμα την παρακάτω συνομιλία:

Π(ιστός): Καλημέρα
C(ustomer service): Γεια σας
Π: Αφού ο θεός είναι παντοδύναμος, γιατί αφήνει να πεθαίνουν παιδιά;
C: Για να δοκιμάζει την πίστη των γονιών τους
Π: Ναι αλλά πεθαίνουν και παιδιά τα οποία δεν έχουν γονείς γιατί έχουν πεθάνει κι αυτοί. Κι επίσης δεν υπάρχει άλλος τρόπος να δοκιμάσει την πίστη; Τι φταίνε τα παιδάκια;
C: Άγνωσται αι βουλαί του κυρίου.

Αλλά υπήρχαν και περιπτώσεις που το ίδιο το project παρουσίαζε προβλήματα. Δηλαδή αν κάποιος έμπαινε στην διαδικασία να ζητήσει αποδείξεις για το οτιδήποτε, έπαιρνε την τρελή απάντηση «πίστευε, και μη ερεύνα».  Πολλά χρόνια μετά κάποιοι άπιστοι εγκάθετοι άλλαξαν την θέση του «,» και το έκαναν «πίστευε και μη, ερεύνα». 

Π1: Μαμά, υπάρχει παράδεισος;
Π2: Φυσικά παιδί μου
Π1: Έχεις οποιαδήποτε ένδειξη γι αυτό;
Π2: Πίστευε και μη ερεύνα. Έλα να φας τώρα.

Ένα άλλο πρόβλημα που προέκυψε αρκετά χρόνια μετά την εποχή του Χριστού ήταν με το fan club. Αν ρίξει μια ματιά κάποιος στα ατομάκια που πάνε στην εκκλησία θα διαπιστώσει ότι κάτι δεν πάει καλά. Δηλαδή γαμώ τα παιδιά ο Χριστός αλλά το fan club του μπάζει από παντού. Είναι σαν το fan club του Χατζηγιάννη αλλά από την ανάποδη. Μάλιστα με τον ανταγωνισμό που υπάρχει στην ελεύθερη αγορά, γιατί να επιλέξει κάποιος τον χριστιανισμό και να μην πάει στον βουδισμό που κάνουνε και yoga κι έχει και ωραίες γκόμενες;

Εδώ έχω μια ριζοσπαστική πρόταση την οποία έχω ξεσηκώσει από τον νεοελληνικό τρόπο ζωής: Face control στο κατάστημα! Να βάλουνε φουσκωτούς να φυλάνε τις εισόδους των εκκλησιών και να μην αφήνουν κάθε χλιμίτζουρα να μπαίνει μέσα.  Γριούλες, παπούδες, ψηφοφόροι του πασοκ και της ΝΔ καθώς επίσης και όποιος δεν φοράει trendy ρούχα και δεν συνοδεύεται από γκόμενα δεν θα πρέπει να μπορεί να βρει θέση ούτε στο μπαρ για αγιασμό στα γρήγορα. 

Επίσης τα μέλη θα πρέπει να δικαιούνται πιστωτική κάρτα τύπου “miles and more” και να έχουν εκπτώσεις στα διάφορα προϊόντα ανάλογα με τους πόντους που έχουν μαζέψει (γάμοι, βαφτίσια, τρισάγια). 

Πάρτε το παράδειγμα της Apple. Πουλάει πιο πολύ και από την Coca Cola χωρίς να έχεις κανέναν απολύτως λόγο να αγοράσεις τα προϊόντα της, αν τα συγκρίνεις με τον ανταγωνισμό. Γιατί; Γιατί το marketing της Apple είναι μερικές χιλιάδες χρόνια μπροστά. 

Η Apple δεν σου πουλάει κινητό τηλέφωνο, σου πουλάει το δαγκωμένο μήλο που έχει από πίσω. Σας θυμίζει τίποτα το δαγκωμένο μήλο;;; Γιατί να μην κάνει claim το copyright η εκκλησία και να πάει την Apple στα δικαστήρια; Το δαγκωμένο μήλο παραπέμπει απευθείας στην ιστοριούλα με τον Αδάμ, την Εύα και το φίδι και ακόμα κι ένας πρωτοετής δικηγόρος μπορεί να αποδείξει ότι η Apple δεν είχε ιδρυθεί όταν ο Αδάμ έφαγε το μήλο. Easy.

Δεν θέλω να σας κουράσω άλλο μέρες που είναι. Το κεντρικό μήνυμα το πήρατε. Ελπίζω να το πάρει και ο Πατριάρχης (CEO της χριστιανοσύνης) και να τρέξει λίγο τους από κάτω του γιατί έτσι όπως πάει το μαγαζί θα κλείσει. 

Happy resurrection.

20 April 2011

Δεν μου σηκώνεται πια

Στο πράσινο δωμάτιο, κάθομαι κουρασμένος
Φιλονικώ με τη σιωπή,- λες να μαι τρελαμένος;-
Να σου τηλεφωνήσω άμεσα, σκέφτομαι καμιά φορά,
Μα ξέχασα, γαμώτο μου, δε μου σηκώνεται πια.

Μίλησα με ένα γιατρό, μου έδωσε τρία χάπια,
Ένα για κάθε πρωί και δυο για τα βράδια,
Τα κούμπωσα με ενθουσιασμό, τέτοια είχα λαχτάρα,
τέρμα οι πλαδαρότητες, ζήτω η σηκωμάρα.

Μπήκα λοιπόν στο πρώτο μπαρ που βρήκα στην Αθήνα,
Έγνεψα στην κοπελιά πως θέλω μια τεκίλα,
Την ήπια αυτή και άλλη μια, και ύστερα άλλη μια
Μέχρι που την πόρτα μου, χτύπησε η ανία.

Να φύγω ήμουν έτοιμος να πάω στο τσαρδί μου,
Και σκέφτηκα πως πρόπερσι, σε γνώρισα καλή μου,
Τότε που σε πήδαγα οκτώ φορές τη μέρα,
Σαν το χταπόδι σε έσφιγγα και βόγκαγες με τρέλα.

Μα να που όλα άλλαξαν, και τώρα φεύγω μόνος,
Πάνε τα χρόνια της χαράς, που καύλωνα συντόμως,
Πάνε τα χρόνια που άρεσα, δε θα ξανάρθουν πια,
Αφού η μοίρα το ήθελε, να μη μου σηκώνεται πια.

Καθώς στο δρόμο πήγαινα, πρόσεχα τις γυναίκες,
Άλλες ψηλές, άλλες λεπτές, άλλες φορούσαν γκέτες.
Θα ήθελα να με ήθελαν, όλες ή έστω μια,
Να μ ‘έπαιρνε από το χέρι της στην άσπρη παραλία,
Να τρέχαμε ανέμελοι μες την αστροφεγγιά,
Μα όλα αυτά είναι όνειρα (δε μου σηκώνεται πια)

Έμπηξα τα κλάματα σε ένα σκαλοπάτι,
Δε με ένοιαζε αν έμοιαζα σε όλους με σακάτη,
Τον ουρανό τον κοίταξα μες την απελπισιά,
Ας μου σηκωνότανε θεούλη μου, για άλλη μια φορά.

Οι ουρανοί δεν άνοιξαν, κάνα Θεό δεν είδα,
Είδα όμως ένα φώς, κάτι σαν ηλιαχτίδα
Και από μέσα φάνηκε, (έμοιαζε με ψέμα)
Μια προβατίνα μαλλιαρή, που φόραγε ένα στέμμα.

Τα έχασα ο άνθρωπος, τόση είχα πιει τεκίλα;
που άκουγα να μου μιλά μια άσπρη προβατίνα;
«Είμαι της Στύσης η θεά, η λύση στο πρόβλημα σου
Τα κλάματα σου μ’ άγγιξαν, και ήρθα εδώ κοντά σου»

Τα μάτια μου όταν άνοιξα, ήμασταν στο σαλόνι
Εγώ και η προβατίνα μου, πιο δίπλα το χταπόδι
Την χάιδεψα με σεβασμό, της έβγαλα το στέμμα,
Και αμέσως το κατάλαβα πως δεν ήταν παρθένα.

Το κάναμε μια και δυο, και έβγαλα τόνους σπέρμα,
Την άγγιζα με προσοχή, την έχυνα στο δέρμα,
Και όταν ξανά ξύπνησα, πόναγα στο κρανίο
Και η προβατίνα έφτιαχνε, καφέ και για τους δύο.

Καθίσαμε τον ήπιαμε, μου βαλε λίγο γάλα,
Και ύστερα με άφησε σαν ψάρι μες την γυάλα
Πόναγε το κεφάλι μου, μα δε με ένοιαζε πια
αφού από κείνη τη νυχτιά, , δεν μου πέφτει πια.

01 April 2011

Η κοντεσα

Σε ένα σπίτι απόμερο, ποσώς καθαρισμένο,
Ζούσε ένας άνθρωπος κενός με κρανίο ξυρισμένο.
Κάθε μέρα έκλαιγε, μονάχος ο καημένος
Και έβριζε την μάνα του νιώθοντας προδομένος
Μα και τις νύχτες μόνος του, έκλαιγε και πάλι,
H μοναξιά του θλιβερή, έβραζε στο καζάνι

Έτρωγε από τα όνειρα, που κάποτε ποθούσε
Έπινε από τον έρωτα που τότε τον μεθούσε
Τότε που ήταν όμορφος, και πάντα χτενισμένος,
Τότε που και ο θάνατος, ήταν καλά κρυμμένος.
Και κάθε φορά που έβρισκε, μια όμορφη ιδέα,
Σκεφτόταν πόσο άχρηστη, είναι χωρίς παρέα.

Μα μια μέρα όμως τρομερή, μια μέρα φωτισμένη,
Την πόρτα ήρθε και χτύπησε μια κόρη ιδρωμένη
«Γρήγορα, σηκωθείτε, μην κάθεστε άλλο μέσα»
«Ελάτε προς την πλατεία, να δείτε την κοντέσα»
Τα έχασε, μα ήταν δυνατόν; Τι μέρα να του πούνε,
Ότι θα δει εκείνη που γι αυτήν σε όλη τη γη μιλούνε!!

Ντύθηκε στο πι και φί, και έτρεχε στους δρόμους
Και ήταν όλοι βρώμικοι, τίγκα στους αστυνόμους
«Τηρούμε την τάξη στο χωριό», έτσι παντού ελέγαν
«Γιατί μια τέτοια άφιξη, δεν είναι για τον καθένα,
..Για σένα μιλάω γέροντα, αυτό που λέω θα γίνει,
..Έχεις μια φάτσα βρώμικη, δεν σου ‘χω εμπιστοσύνη»

Μετά τα λόγια τα σκληρά, έσκυψε το κεφάλι,
Περίλυπος και έκαμε, σπίτι να πάει πάλι,
Και εκείνη την ώρα άκουσε, ήχους από μια μπάντα
Ήταν η μπάντα του χωριού, και έπαιζε τη λαμπάντα.
Τόσο ωραία μουσική, τι θεία μελωδία,
Τέτοια που και ένας άσχετος θα έλεγε μαγεία

Και πίσω, σε μια άμαξα, πίσω από τις οκτάβες
Έτρωγε η κοντέσα μας νόστιμους μπακλαβάδες,
Πιο λαμπερή από το φώς, πιο καθαρή απ’ το χάδι
Την κοίταζε και έλεγε, μόνος του στο σκοτάδι:
«Θεέ μου τι μου έκανες, και ας έχεις το αλάθητο
Αφού είδα τόση ομορφιά, ας δώ και εγώ το θάνατο»

Και ευθείς που τον ακούσανε, τέσσερις αστυνόμοι,
Έβγαλαν τα περίστροφα και άλλα όπλα ακόμη:
Ένα μαχαίρι κοφτερό, ντουφέκια άλλα τρία
Και τρέξαν καταπάνω του, με μίσος και μανία
Τον έσφαξαν στο γόνατο, μα τέτοια χαρά είχε μέσα
Που είχε επιτέλους δει, την όμορφη κοντέσα.