20 April 2011

Δεν μου σηκώνεται πια

Στο πράσινο δωμάτιο, κάθομαι κουρασμένος
Φιλονικώ με τη σιωπή,- λες να μαι τρελαμένος;-
Να σου τηλεφωνήσω άμεσα, σκέφτομαι καμιά φορά,
Μα ξέχασα, γαμώτο μου, δε μου σηκώνεται πια.

Μίλησα με ένα γιατρό, μου έδωσε τρία χάπια,
Ένα για κάθε πρωί και δυο για τα βράδια,
Τα κούμπωσα με ενθουσιασμό, τέτοια είχα λαχτάρα,
τέρμα οι πλαδαρότητες, ζήτω η σηκωμάρα.

Μπήκα λοιπόν στο πρώτο μπαρ που βρήκα στην Αθήνα,
Έγνεψα στην κοπελιά πως θέλω μια τεκίλα,
Την ήπια αυτή και άλλη μια, και ύστερα άλλη μια
Μέχρι που την πόρτα μου, χτύπησε η ανία.

Να φύγω ήμουν έτοιμος να πάω στο τσαρδί μου,
Και σκέφτηκα πως πρόπερσι, σε γνώρισα καλή μου,
Τότε που σε πήδαγα οκτώ φορές τη μέρα,
Σαν το χταπόδι σε έσφιγγα και βόγκαγες με τρέλα.

Μα να που όλα άλλαξαν, και τώρα φεύγω μόνος,
Πάνε τα χρόνια της χαράς, που καύλωνα συντόμως,
Πάνε τα χρόνια που άρεσα, δε θα ξανάρθουν πια,
Αφού η μοίρα το ήθελε, να μη μου σηκώνεται πια.

Καθώς στο δρόμο πήγαινα, πρόσεχα τις γυναίκες,
Άλλες ψηλές, άλλες λεπτές, άλλες φορούσαν γκέτες.
Θα ήθελα να με ήθελαν, όλες ή έστω μια,
Να μ ‘έπαιρνε από το χέρι της στην άσπρη παραλία,
Να τρέχαμε ανέμελοι μες την αστροφεγγιά,
Μα όλα αυτά είναι όνειρα (δε μου σηκώνεται πια)

Έμπηξα τα κλάματα σε ένα σκαλοπάτι,
Δε με ένοιαζε αν έμοιαζα σε όλους με σακάτη,
Τον ουρανό τον κοίταξα μες την απελπισιά,
Ας μου σηκωνότανε θεούλη μου, για άλλη μια φορά.

Οι ουρανοί δεν άνοιξαν, κάνα Θεό δεν είδα,
Είδα όμως ένα φώς, κάτι σαν ηλιαχτίδα
Και από μέσα φάνηκε, (έμοιαζε με ψέμα)
Μια προβατίνα μαλλιαρή, που φόραγε ένα στέμμα.

Τα έχασα ο άνθρωπος, τόση είχα πιει τεκίλα;
που άκουγα να μου μιλά μια άσπρη προβατίνα;
«Είμαι της Στύσης η θεά, η λύση στο πρόβλημα σου
Τα κλάματα σου μ’ άγγιξαν, και ήρθα εδώ κοντά σου»

Τα μάτια μου όταν άνοιξα, ήμασταν στο σαλόνι
Εγώ και η προβατίνα μου, πιο δίπλα το χταπόδι
Την χάιδεψα με σεβασμό, της έβγαλα το στέμμα,
Και αμέσως το κατάλαβα πως δεν ήταν παρθένα.

Το κάναμε μια και δυο, και έβγαλα τόνους σπέρμα,
Την άγγιζα με προσοχή, την έχυνα στο δέρμα,
Και όταν ξανά ξύπνησα, πόναγα στο κρανίο
Και η προβατίνα έφτιαχνε, καφέ και για τους δύο.

Καθίσαμε τον ήπιαμε, μου βαλε λίγο γάλα,
Και ύστερα με άφησε σαν ψάρι μες την γυάλα
Πόναγε το κεφάλι μου, μα δε με ένοιαζε πια
αφού από κείνη τη νυχτιά, , δεν μου πέφτει πια.

No comments: