23 June 2011

Δεν μου σηκώνεται ακόμα

Εν μέσω αξιοθαύμαστων λαϊκών συνευρέσεων, αναμφισβήτητων και σίγουρα επωφελών κοινωνικών ζυμώσεων, στα πρόθυρα ενός καλοκαιριού δίχως χρώματα, δίχως πατούσες στιγματισμένες από αμμοβολή και ώμους χαραγμένους από φιλικές αγκαλιές, έπειτα από ένα χειμώνα το ίδιο μη παραγωγικό όπως και οι προηγούμενοι, που φεύγοντας μας κουνάει το μαντήλι, όχι εκείνο το άσπρο μαντήλι του ύστατου χαιρετισμού αλλά εκείνο το μαύρο και λίγο γκρι της συνωμοτικής επανασύνδεσης, σαν αυτό που λένε «γάμα όσες θές, πάλι σε μένα θα καταλήξεις», έπειτα από όλα αυτά, και μέσα σε όλα αυτά ταυτόχρονα, αποφάσισα να αλλάξω τρόπο ζωής, να απαλλαγώ από το μανδύα της προκατάληψης που μου πρόβαραν όταν ήμουν πολύ μικρός για να μη μου αρέσει και αρκετά μεγάλος για να έχω οποιαδήποτε διάθεση να αλλάξω τον εαυτό μου, πόσο μάλλον τον πλανήτη αυτό, γεμάτο γαζέλες, λάμα και μερικά άλλα ζώα και ψάρια, με το καθόλου πρωτότυπο όνομα «γή». Η αλλαγή που έπεισα τον εαυτό μου να κάνει, αν και δεν αποτελεί παράδειγμα δημιουργικής σκέψεως, δράσης ή έστω συνειδητής επιλογής, με έκανε να νιώσω όμορφα, έστω και αν αυτή η όμορφη αίσθηση δεν κράτησε παρα λιγοστά λεπτά, μην πω δευτερόλεπτα, μην πω δέκατα ή και εκατοστά του δευτερολέπτου. Σημασία όμως δεν έχει καμία. Διότι, όπως ξέρουν οι ασπρομάλληδες και τα παιδιά θαύματα, σημασία δεν έχει η διάρκεια, αλλά το υπόβαθρο μιας πράξης, η αιτιότητα του Αριστοτέλη, ή πιο απλά και λαϊκά, το ζουμί. Το ζουμί λοιπόν της πράξης μου αυτής, της οποίας το αντικείμενο και την ουσία ακόμα δεν έχω περιγράψει για λόγους που έχουν να κάνουν με τη διατήρηση της προσοχής και το ενδιαφέροντος του αναγνωστικού κοινού, είναι ότι έκανα αυτό το βήμα που μερικοί συνηθίζουν να αποκαλούν ως το «πλέον σημαντικό» στην αναζήτηση της προσωπικής ευτυχίας, το μετέωρο βήμα του ανθρώπου που μετατρέπεται σε ένα απλό, μικρό αλλά ουσιώδες βήμα προς την αυτοπραγμάτωση και, γιατί όχι, και στην αυτογνωσία. Λίγοι το καταφέρνουν, ακόμα πιο λίγοι το δοκιμάζουν. Αλλά ακόμα πιο λίγοι είναι αυτοί που το χρειάζονται συνειδητά. Λίγοι έχουν ανάγκη την υπενθύμιση του αυτονόητου αφού, και γι αυτό δεν είμαι διόλου περήφανος, λίγοι αδυνατούν να παινευτούν, έστω και λίγο, για την ευφυΐα τους. Ένας από αυτούς και εγώ και είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν και άλλο ντροπαλοί βλάκες όπως εγώ που δεν θέλουν να το παραδεχτούν. Βλάκες, ηλίθιοι, βλήματα, στόκοι, γκασμάδες, σούργελα, παρτάλια, ούζα, μαλάκες, υπάρχουν τόσες λέξεις να περιγράψουν κάτι που μόνο λίγοι αντιλαμβάνονται. Μα δεν είναι ντροπή. Μόνος ένας βλάκας όπως ο γράφων θα μπορούσε να νιώσει, έστω και λίγη χαρά από κάτι τόσο απλό. Ναι, προχτές, εκεί που έβλεπα τηλεόραση κοντά στα μεσάνυχτα, ένα χέρι ήρθε και μου έκλεισε τα μάτια. Το ένιωσα σε όλο μου το κορμί, το ένιωσα στα δυο μου μάτια, στα δύο μου χέρια και στο ένα πόδι που μου έχει απομείνει ύστερα από τα θλιβερά γεγονότα που προκάλεσε η εταιρία camper ένα σαββατιάτικο πρωινό που κατά τα άλλα η ροή του προγράμματος των γνωστών καναλιών δεν άλλαξε καθόλου, ενώ ο ήλιος έδυσε, χωρίς καμιά έκπληξη, στην δύση. Το ένιωσα ακόμα και μέσα μου: στο συκώτι, στο στομάχι, στο παχύ έντερο και το άλλο, το λιγότερο παχύ που όμως λεπτό δεν το λες, στη σπλήνα μου και φυσικά, θα το ένιωθα και στην κύστη κόκιγως αν δεν την είχα αφήσει και αυτή σε ένα παραθαλάσσιο μέρος που όμως θα θυμάμαι για πάντα λόγω τον εξαιρετικών θαλασσινών που σέρβιρε στους πελάτες του. Το ένιωσα παντού. Και τότε, σαν να μου το είχε σφυρίξει κάποιος, σα να μου το είχε εμφυσήσει, σηκώθηκα, πήγα στο μπάνιο, και έπλυνα τα δόντια μου. Ήμουν πια καθαρός. Τι ανακούφιση.